Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

ενδορφίνες

Ένας άντρας και μια γυναίκα. Μια σχέση. Μπα ...; Καμμία σχέση.
Απλώς ένας άντρας και μια γυναίκα. Διαφορετικοί. Καμμία σχέση, δηλαδή.


Καθισμένοι ο ένας απέναντι από τον άλλον, σ' έναν ταλαιπωρημένο καναπέ. Αποπνικτική ατμόσφαιρα γύρω τους. Ζέστη. Αποπνικτική ατμόσφαιρα μέσα της. Πόνος. Αποπνικτική ατμόσφαιρα μέσα του. Βάρος. Πάντα περνούσαν καλά. Πάντα το σπίτι της φιλοξενούσε τις βραδινές τους διαδρομές. Τις εκάστοτε. Και τα όνειρά της, χαμένα και μη. Και τα πιωμένα του λόγια, ειπωμένα και όχι.

Ήταν αποφασισμένη. Όχι, δεν ήταν ότι ήξερε τι ήθελε. Κι ας τον ήθελε. Ήξερε ότι δεν άντεχε άλλο να διαχειρίζεται την απουσία του. Και την ενδεχόμενη παρουσία του. Τον ήθελε δίπλα της, όχι απαραίτητα ερωτευμένο, μα δικό της. Κι έτσι δεν μπορούσε, της έλεγε, να τον έχει.

Τον κοίταζε ώρα πολύ. Αμίλητη. Παρατηρούσε το καλογραμμένο του κορμί κι απέφευγε να τον κοιτάξει στα μάτια. Την υπνώτιζαν αυτά τα μάτια. Ήθελε να του πει πόσο τον αγαπούσε, πόσα θα γινόταν για εκείνον, πόσα θα μπορούσε να κάνει, να δώσει, πόσα ένιωθε. Ήθελε να του πει τόσα. Ξανά. Πολλές φορές του τα είχε πει. Ξανά. Κι ας είχε γίνει κυνική τελευταία και αυτοσαρκαζόταν. Ξανά.

Εκείνος, ξαφνιασμένος από την καινούρια σιωπή της, περίμενε. Ο πρώτος που θα μιλούσε, έχανε ...; Έτσι πήγαινε το παιχνίδι. Και σήμερα ήταν και οι δυο δυνατοί. Παρατηρούσε τη ματιά της. Τον κοιτούσε με ένα βλέμμα αλλόκοτο, όχι πια παιδικό, γυναικείο θα έλεγε. Και λάγνο, πολύ λάγνο. Βαθύ υγρό καστανό.

Του άρεσε το βλέμμα της αυτό. Το αντιμετώπιζε με μια γλυκιά έκπληξη και μια απρόσμενη στύση. Την ήθελε. Όχι πάντα. Και όχι για πολύ. Αλλά εκείνη την ώρα την ήθελε. Τον ξάφνιαζε μια δύναμη καινούρια που έβγαζε στον τρόπο που απέφευγε το βλέμμα του εκείνη τη νύχτα. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που την ένιωθε πως κάτι ήθελε να πει, μα δεν μπορούσε να το μαντέψει. Λες και το βιβλίο της είχε κλείσει πια γι' αυτόν και τον είχε αφήσει απ' έξω με τη μυρωδιά μόνο του εξώφυλλου και των κρυμμένων μυστικών του. Ήταν η μόνη φορά που την ένιωθε απέναντί του ίση, κι όχι δίπλα του κουλουριασμένη και παραδομένη. Προδομένη.

Αλλόκοτη σχέση είχαν. Είχαν; Ενστικτώδη, σχεδόν ζωώδη, παρορμητική έλξη. Κάτι φορές. Αδιάφορη σχέση. Δεν τη χρειαζόταν τη γυναίκα αυτή στη ζωή του, δεν του προσέφερε τίποτα, συχνά τη βαριόταν, μα του άρεσε να τη χαζεύει να προσπαθεί. Πάντα να προσπαθεί. Γι' αυτόν. Τον χαλάρωνε. Δεν είχε λόγο να την κρατάει στη φυλακή του. Στην αγκαλιά του. Κι όμως βασανιστικά το έκανε. Κι εκείνη άντεχε. Κι εκείνος αναρωτιόταν για τις αντοχές της αυτές. Και τις ανοχές της. Της θύμιζε πότε πότε μάλιστα, πόσο λίγα του ζητούσε. Κι εκείνη απορούσε. Και μετά χαμογελούσε. Κι έτσι ο καιρός περνούσε. Παίζοντας. Κλαίγοντας.

Ξερόβηξε. Καθάρισε τον λαιμό της έτοιμη να κάνει λόγια τις σκέψεις. Ξερόβηξε για να ανασυγκροτηθεί και να πει τις μόνες λέξεις για τις οποίες θα μετάνιωνε. Τις μόνες λέξεις που δεν πίστευε. Κι ας μετάνιωνε.

«Θέλω μια χάρη.» Μίλησε πρώτα και ύστερα τον κοίταξε. Διαπεραστικά. Και η φωνή της αυτή τη φορά δεν έτρεμε.

«Ό,τι», της απάντησε ευγενικά.

«Θέλω να φύγεις από τη ζωή μου. Να κλείσω τα μάτια και να εξαφανιστείς.» Δυνάμωσε τον τόνο της φωνής της.
«Για πάντα.» Σώπασε.

«Γιατί δεν το κάνεις εσύ;» τη ρώτησε περιπαικτικά.
Και ύστερα πιο γλυκά. «Φύγε εσύ από τη ζωή μου.»

Λύγισε. «Δεν είμαι στη ζωή σου.»
Φούντωσε πάλι. «Ξέρω πότε θα φύγεις και δεν ξέρω πότε θα ξανάρθεις. Κι όμως δεν μπορώ ποτέ να σε διώξω. Ούτε και να φύγω. Δεν προστατεύω πια τον εαυτό μου από εσένα. Σου ζητώ λοιπόν να το κάνεις εσύ... Μόνο αυτό σου ζητώ. Προστάτεψέ με. Απελευθέρωσέ με από την προσδοκία σου. Εξαφανίσου για πάντα.» Σταμάτησε να μιλά και τότε μόνο πήρε πάλι ανάσα. Κοκκίνισε.

Την κοίταξε. Δεν μίλησε. Δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Μόνο με τα χέρια του σχημάτισε σταυρό, φίλησε τα ακροδάχτυλα και κύκλωσε το πρόσωπό του. Ακούμπησε τα χέρια στην καρδιά του και μετά στη δική της. Κι εκεί τα άφησε. Της υποσχέθηκε.

Εκείνη έβαλε τα κλάματα. Κι όπως τόσες άλλες φορές, του γύρισε την πλάτη και χώθηκε στην αγκαλιά του. Και ξέσπασε σε αναφιλητά ψιθυριστά, με εκείνη την πιο γλυκιά και συνάμα τρεμάμενη φωνή, σχεδόν τραγουδιστά. Σαν παιδάκι. Χαρούμενα δάκρια.

Κοιμήθηκαν. Για πρώτη φορά μόνο κοιμήθηκαν. Στον καναπέ. Αγκαλιά.

.

Όταν ξύπνησε, σκέφτηκε λίγο πριν ανοίξει τα μάτια. Ένιωθε πως ήταν μόνη αλλά δεν ήταν έτοιμη να το ζήσει με όλες της τις αισθήσεις. Ψαχούλεψε γύρω της για να βεβαιωθεί. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έσφιξε τα δόντια. Δυνατά. Άνοιξε τα μάτια και κάτι σαν να πάγωσε μέσα της. Παγωμένο αίμα να μουδιάζει τις αισθήσεις, τα αισθήματα, τις σκέψεις. Σαν όλος της ο οργανισμός να την τάιζε ενδορφίνες. Να βιαζόταν να της γιατρέψει τον πόνο, πριν αυτός την περονιάσει και τη διαλύσει σε χίλια κομμάτια. Να νερώσει τη μοναξιά, πριν εκείνη βυθίσει τη ψυχή της σε πέλαγα άπατα.

Χαμογέλασε. Η μέρα έξω ήταν τόσο όμορφη. Ένας ήλιος λαμπερός να καβαλάει το κορμί της κι ένα αεράκι δροσερό να ξυπνάει το πνεύμα. Κι εκείνη να ανατριχιάζει με βλέμμα κρύο και απλανές. Χαμογέλασε ξανά.

Κι έμεινε έτσι, κάθε πρωί για χρόνια πολλά. Να ξυπνάει, άλλοτε μόνη κι άλλοτε με παρέα, παγωμένη μα χαμογελαστή. Να δείχνει ευτυχισμένη και να μην πονά. Να γελά. Και να μην ερωτεύεται. Και να μην αγαπά. Να λέει πως είναι καλά. Στην αρχή από συνήθεια. Μετά το πίστεψε κιόλας.

Κι εκείνος, φευγάτος. Όπως ήταν άλλωστε πάντα... Και μετά ακόμη από χρόνια πολλά, ήσυχος, με απάγγειο μια υπόσχεση που δεν είχε λόγο ν' αποφύγει. Δεν έβρισκε λόγο. Δεν πονούσε. Δεν τον ένοιαζε καν. Δεν είχε χάσει κάτι, αμυδρά άλλωστε τη θυμόταν. Το πρόσωπό της όχι, δεν το θυμόταν. Έναν ταλαιπωρημένο μόνο καναπέ έβρισκε κάπου κάπου στη μνήμη του και απορούσε κι αυτός για το γιατί. Αλλά δεν τον απασχολούσε. Κι έτσι πάλι το ξεχνούσε.

.

Για εκείνον, πέρασαν χρόνια πολλά, για να μπορέσει κάπου να αφεθεί. Σε μια άλλη αγκαλιά, να νιώσει, να κλάψει, να προδοθεί, να βιώσει. Και μετά από χρόνια πολλά, να βρεθεί να φεύγει με βήματα βαριά από το μόνο σπίτι που ήθελε να κάνει δικό του και στο οποίο δεν θα επέστρεφε ξανά.

«Η αγάπη μετριέται με ό,τι απαρνιέται ο καθένας για χάρη της. Έστω και την ίδια την αγάπη», του είχε πει την τελευταία τους νύχτα, λίγο πριν εκείνη κοιμηθεί με τα μάτια κόκκινα από τα δάκρια.

«Δεν σε κατάλαβα ...;» της είχε τότε πει.

«Κάποια μέρα θα καταλάβεις. Και τότε θα θυμηθείς.» του είχε απαντήσει. Και κοιμήθηκε ύπνο βαθύ.

Αόρατοι συνειρμοί... κι ένα γνώριμο πρόσωπο να γυρνάει στο μυαλό του.
Ανατρίχιασε όλο του το κορμί, κι ένας κόμπος στο λαιμό τον εμπόδισε για μια στιγμή να πάρει ανάσα. Χαμογέλασε και σκούπισε τα κόκκινα μάτια του, που τον έτσουζαν από τα δάκρια... Και με μάτια θολά, συνέχισε να περπατά τον δρόμο αυτό, για τελευταία φορά.

Ενδορφίνες. Καλοκαιράκι ήταν. Μα έκανε μέσα του παγωνιά.



( http://souvlatzidiko.pblogs.gr/2009/01/endorfines.html > http://tokarpouzi.blogspot.com/ )

Δεν υπάρχουν σχόλια: