Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

πόσο μου αρέσει




Ένα απόγευμα ο γιος του Ρουμάνου
έχασε το κοτοπουλάκι του.
Χτύπησε όλες τις πόρτες.
Τα μεγάλα του μάτια,
καθώς το αναζητούσανε μάταια,
μου φάνηκαν χοάνες
που από μέσα τους
μπορούσε ο καθένας
να διακηρύξει
τ' ανθρώπινα δικαιώματα.

Πόσο μ' αρέσει
ν' ακούω τους ανθρώπους
ν' ανεβαίνουν με το ασανσέρ
και να μιλάνε ρουμάνικα...

Κι ένα βράδυ,
ενώ κοίταζα τα τοξωτά μπαλκόνια
του μαιευτηρίου της «Έλενας»,
άκουσα ήχο πιάνου.
Κάποιος απ' τους Ρουμάνους
έπαιζε από συνήθεια το ίδιο κομμάτι
και μεταμόρφωνε, πάλι, τους δήμιους
της Αμερικάνικης πρεσβείας,
τους μεταμόρφωνε, πάλι, σε χάδι.

Πόσο μ' αρέσει
ν' ακούω τους ανθρώπους
ν' ανεβαίνουν με το ασανσέρ
και να μιλάνε ρουμάνικα...

Ένα μεσημέρι, σκυφτή κι ανώνυμη,
μέσα στους σκοτεινούς διαδρόμους
μιας πολυκατοικίας,
τους άκουσα να μιλάνε ρουμάνικα.
Καθώς ανέβαινα με το ασανσέρ...
...να μιλάνε ρουμάνικα.
Και τότε τραγούδησα:
''Πόσο μ' αρέσει
ν' ακούω τους ανθρώπους
ν' ανεβαίνουν με το ασανσέρ
και να μιλάνε ρουμάνικα...''

Εμιγκρέδες της Ρουμανίας,
πιθανότητες ευτυχίας,
στην περιοχή της Αμερικάνικης πρεσβείας...

Δεν υπάρχουν σχόλια: